paseges cert

Η Φακή

«Όταν θέλης να την αγοράσης βάνε ολίγην εις το νερόν και έβγαλέ την, και αν στεγνώξη πάραυτα, είναι καλόβραστη αμή η κακή δεν στεγνώνει και μαυρίζει και το νερόν οπού την έβρεξες».

Από το «ΓΕΩΠΟΝΙΚΟΝ: Γιατροσόφια και παλιές συνταγές».
Αγαπίου Μοναχού του Κρητός.


Πρόκειται για έναν προϊόν το οποίο έχει συνδεθεί με την διατροφή του Έλληνα. Παλαιότερα καλλιεργούνταν στις περισσότερες περιοχές της χώρας. Ως συμπληρωματική καλλιέργεια εξασφάλιζε για τους κατοίκους της υπαίθρου διατροφική επάρκεια όλες τις εποχές σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όσπρια και τα γαλακτοκομικά. Σήμερα οι καλλιεργούμενες εκτάσεις έχουν μειωθεί δραματικά όπως και οι παραγόμενες ποσότητες σε όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα τις αθρόες εισαγωγές.
Και λόγω της κρίσης, τον τελευταίο καιρό γίνεται μια προσπάθεια να μπούνε νέοι άνθρωποι στην παραγωγή, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη και πολυδάπανη. Ωστόσο ακόμη η καλλιέργεια της φακής δεν έχει οργανωθεί σωστά και μόνο μεμονωμένες προσπάθειες έχουν καταγραφεί.
Ωστόσο υπάρχουν περιθώρια για αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε περιοχές που έχουν το «συγκριτικό πλεονέκτημα» αρκεί οι όποιες προσπάθειες να οργανωθούν καλύτερα και πιο αποτελεσματικά.


H ιστορία της φακής

Η φακή είναι ένα από τα πρώτα φυτά που καλλιέργησε ο άνθρωπος κατά τη Νεολιθική εποχή και στα οποία βασίστηκε η γεωργία. Αρχικό κέντρο καταγωγής της θεωρείται η περιοχή της Εγγύς Ανατολής απ’ όπου διαδόθηκε στις περιοχές της Μεσογειακής Λεκάνης, στην Ευρώπη και στην Ασία. Αρχαιολογικά ευρήματα καταδεικνύουν το ρόλο της φακής στη διατροφή των λαών της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου και της Παλαιστίνης, ως όσπριο ιδιαίτερα των φτωχότερων τάξεων. Αναφορές στους σπόρους της φακής για τη διατροφή του ανθρώπου υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη, όπου αναφέρεται η παραχώρηση των πρωτότοκων δικαιωμάτων του Ησαύ στον αδελφό του Ιακώβ αντί «πινακίου φακής», στο Κοράνι και επίσης γνωρίζουμε πως η καλλιέργειά της ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρώμη από αναφορές κειμένων του Ηρόδοτου, Θεόφραστου, Αριστοφάνη, Διοσκουρίδη, Κολουμέλα, Πλίνιου και Βιργίλιου.
Ο ξηρός καρπός της φακής χρησιμοποιείται ως όσπριο στη διατροφή του ανθρώπου με κοινότερο τρόπο κατανάλωσης τις βραστές φακές, ενώ μικρές ποσότητες σπερμάτων χρησιμοποιούνται ως τροφή των ζώων και ειδικότερα των πουλερικών. Ακόμη βόσκεται από τα ζώα ή κόβεται και χορηγείται σε αυτά σε χλωρή μορφή. Τα σπέρματα έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνες και φυτικές ίνες, είναι φτωχά σε λιπαρές ουσίες, τρυπτοφάνη και θειούχα αμινοξέα, ενώ είναι πλούσια σε λυσίνη, σίδηρο, θειαμίνη και νιασίνη. Η δράση των αντιθρεπτικών παραγόντων που περιέχονται στους σπόρους σχεδόν μηδενίζεται σε βρασμό υπό πίεση.
Σήμερα η φακή θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα όσπρια και ευδοκιμεί κυρίως στις ημίξηρες περιοχές του κόσμου, ιδίως στην Ινδία και τη Μέση Ανατολή. Καλλιεργείται σε έκταση 42 εκατομμυρίων στρεμμάτων περίπου σε όλο τον κόσμο, η παραγωγή ανέρχεται σε 4,5 εκατομμύρια τόνους και η μέση στρεμματική απόδοση κυμαίνεται από 80 έως 168 κιλά ανά στρέμμα. Πρώτη σε παραγωγή φακής έρχεται η Ινδία ακολουθούμενη από τον Καναδά, τις Η.Π.Α., την Τουρκία, το Νεπάλ, το Ιράν, την Αυστραλία, τη Συρία, την Αιθιοπία και το Μαρόκο. Ο μεγαλύτερος εξαγωγέας φακής είναι σήμερα ο Καναδάς ακολουθούμενος από την Τουρκία, τις Η.Π.Α., τη Συρία και την Ινδία.
Στη χώρα μας η φακή καλλιεργείται σε έκταση 45.136 στρεμμάτων με ετήσια παραγωγή που ανέρχεται σε 5.559 τόνους (ΥΠΑΑΤ 2011). Αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός ότι η αντίστοιχη έκταση και παραγωγή του 1980 ήταν 49.215 στρέμματα και 6.609 τόνοι. Οι μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιεργούνται στους Νομούς Έβρου, Λάρισας, Κοζάνης, Βοιωτίας και Γρεβενών, ενώ μικρότερες εκτάσεις σημειώνονται στους Νομούς Λευκάδας και Φθιώτιδας.
Η καλλιεργούμενη φακή ανήκει στην οικογένεια των ψυχανθών, φυτών με ιδιαίτερο ρόλο στη διατήρηση και βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους. Τα ψυχανθή, μέσω της συμβιωτικής σχέσης που αναπτύσσουν με αζωτοδεσμευτικά βακτήρια που βρίσκονται στις ρίζες τους, έχουν την ικανότητα να δεσμεύουν το άζωτο της ατμόσφαιρας και να το χρησιμοποιούν για την κάλυψη των αναγκών τους. Το αποτέλεσμα της συμβιωτικής αυτής σχέσης είναι αφενός να μπορούν να αναπτύσσονται ικανοποιητικά σε εδάφη χαμηλής διαθεσιμότητας σε άζωτο και αφετέρου να εμπλουτίζουν το έδαφος με άζωτο προς όφελος της επόμενης καλλιέργειας.
Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες κατατάσσονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με το μέγεθος του σπόρου. Σε μικρόσπερμες με σπόρους διαμέτρου 2-6 χιλιοστών και σε μεγαλόσπερμες με σπόρους διαμέτρου 6-9 χιλιοστών. Οι σημαντικότερες ελληνικές ποικιλίες, δημιουργίες του Ινστιτούτου Κτηνοτροφικών Φυτών και Βοσκών Λάρισας, είναι οι μικρόσπερμες «Δήμητρα» και «Σάμος» και οι μεγαλόσπερμες «Θεσσαλία» και «Ικαρία».
Η φακή διαθέτει ευρεία προσαρμοστικότητα με αντοχή στις χαμηλές αλλά και στις υψηλές θερμοκρασίες και στην ξηρασία. Τα φυτά παρουσιάζουν ευαισθησία σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (-7 βαθμούς Κελσίου) και σε περίσσεια εδαφικής υγρασίας. Προσαρμόζεται σε ποικιλία εδαφικών τύπων, ιδιαίτερα σε ελαφρά έως μέσης μηχανικής σύστασης εδάφη, πλούσια σε ασβέστιο, με καλή αποστράγγιση. Παρουσιάζει μειωμένη αντοχή σε όξινα και αλατούχα εδάφη.

Από κείμενο του Καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου κ.Χρήστου Αυγουλά και της λέκτορος κυρίας Γιώτας Παπαστυλιανού.